Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Γιώτα Αργυροπούλου: ένα διήγημα, κατακόρυφα γραμμένο


«Δεν κινείται η ποίηση». Ένας παράδοξος στίχος καταμεσής του πρώτου ποιήματος «Διηγήματα, έστω» του βιβλίου Διηγήματα της Γιώτας Αργυροπούλου αποτελεί πρόλογο, απολογία αλλά και εφαλτήριο για μια ποιητική συλλογή η οποία ακροβατεί μεταξύ ημερολογιακής ποίησης και διηγήματος, κατακόρυφα γραμμένου.
Σχεδόν αντανακλαστικά λοιπόν, τίθεται η εξής ερώτηση: Είναι ένα διήγημα ανεπτυγμένο κάθετα που βρίθει συμβολισμούς, ποίηση; Από την άλλη, είναι ένα ημερολογιακό και αφηγηματικό ποίημα, ένα είδος διηγήματος;
«Το συναίσθημα δεν μπορεί να είναι της μόδας. Το συναίσθημα είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Και η ποίηση οφείλει να το προκαλεί», γράφεται στην εισαγωγή της ανθολογίας “Poesía ante la incertidumbre” (μτφρ. Ούρσουλα Φωσκόλου). Τα “διηγήματα” της Αργυροπούλου, τηρώντας την ανωτέρω υποχρέωση απέναντι στην ποίηση, επιλέγουν να φωτίσουν, μεταξύ άλλων, τα συναισθήματα του ξεριζωμού και της μετανάστευσης. Η Ελλάδα της Γιώτας βαφτίστηκε μες στο νόστο και σταυρώθηκε μ’ ένα ζεϊμπέκικο σε μακρινή εκκλησία του απόδημου Ελληνισμού:

Κάνουν στροφές γύρω απ’ τον πόνο τους
με ανοιγμένα χέρια
σταυρωμένοι.

Και τα ταξίμια τους τσακίζουνε στα δυο
Μισοί νεκροί μισοί
Αναστημένοι.
(Ζεϊμπέκικο, σελ. 16).

Είναι τούτη η νοσταλγία που αποτυπώνεται στην ποιητική συλλογή, με μια γραφή καθαρά ημερολογιακή και περιγραφική --κάλλιστα το βιβλίο θα μπορούσε να είναι το προσωπικό ημερολόγιο της συγγραφέως, γραμμένο συμβολικά. Αφενός, το διηγηματικό ύφος δημιουργεί έντονη αμεσότητα ανάμεσα στον αναγνώστη και στα γεγονότα που περιγράφονται, μια συναισθηματική φόρτιση που οδηγεί σε ταύτιση με μια ολόκληρη γενιά Ελληνισμού η οποία ξεκληρίστηκε αναζητώντας καλύτερη ζωή στα ξένα, κουβαλώντας ταυτόχρονα την χώρα και το φως της ως στις άκρες του κόσμου και της ανάμνησης. Αφετέρου, τα διαρκώς εναλλασσόμενα στοιχεία ξενιτιάς και νόστου --στοιχεία μιας Ελλάδας που θρέφονταν με την ανάμνηση-- είναι στοιχεία τα οποία βιώνουν εντονότερα συγκεκριμένες γενιές αναγνωστών. Νεότεροι ίσως δυσκολευτούν να ταυτιστούν στον ίδιο βαθμό, λόγω διαφορετικών βιωμάτων και πραγματικότητας --γεγονός το οποίο θα αρθεί στις ερχόμενες γενιές, καθώς η μετανάστευση λόγω κρίσης είναι και πάλι στο προσκήνιο, κάνοντας έτσι τα «Διηγήματα» περισσότερο επίκαιρα από ποτέ.
Τα κείμενα της ποιητικής συλλογής αποτελούν, με εξαιρέσεις, ένα ποιητικό χρονογράφημα της μετανάστευσης του ’50. Τότε, που ολόκληρη η Ελλάδα, κυρίως η Πελοπόννησος, ξηλώθηκε προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στα ξένα. Στα κείμενα της Γιώτας, μια σπαραγγιά αποτελεί τον συμβολισμό που πυροδοτεί ίσως το σημαντικότερο “ποιητικό διήγημα-άξονα” της συγκεκριμένης συλλογής, μια σύνθεση τεσσάρων ποιημάτων ονόματι «Σπαραγγιά». Μια σπαραγγιά που φυτρώνει τρυφερή μέσα στον ξενιτεμένο, σαν ελπίδα, για τη μέρα εκείνη που θα γυρίσει πίσω στην πατρίδα του. Μια δίκοπη σπαραγγιά που πετά τα δικά της αγκάθια, σαν τύχει να ξεραθεί:

«.. προτού δει αν αγαπηθεί μ’ αυτόν που πάει να ζήσει,
προτού ακόμα δει τη νέα γη,
φύτρωσε τρυφερό σπαράγγι μέσα της η ελπίδα
να γυρίσει.»
[…]
«Όλο μπόι πετά το τρυφερό σπαράγγι
όλο διακλαδώνεται.

Κι όποιος δεν ξέρει
τι αγκάθι γίνεται όταν ξεραθεί
το τρυφερό σπαράγγι»

(μέρος IV, «Η σπαραγγιά», σελ. 31-33)

Την προαναφερθείσα σκόπελο (πως δηλαδή ένα υποσύνολο των αναγνωστών ίσως να μη συνδράμει πλήρως με τη ένταση της συγκεκριμένης συλλογής) αίρει, ως ένα βαθμό, η “ρεμπέτικη” γραφή και εικονοπλασία της Αργυροπούλου. Τα κείμενα βρίθουν από μουσικά και γλωσσικά ιδιώματα αλλά και στοιχεία της ελληνικής παράδοσης τα οποία η συγγραφέας εμφωλεύει με αξιοσημείωτη τεχνική στους στίχους του βιβλίου. Στοιχεία όπως η επανάληψη βασικών θεμάτων γεμάτα ιδιωματισμούς του λόγου, ποικίλα παραδοσιακά στοιχεία του Ελληνισμού (όπως τα πανηγύρια τον δεκαπενταύγουστο, το ζεϊμπέκικο, ο θρήνος για την μάννα που έρραναν με λάδι και με χώμα κ.α.) είναι διάχυτα μες στα κείμενα της συλλογής:  

«Αύγουστος, νοσοκομείο Μεταξά.
Μονάχοι στο θάλαμο Σιφνιός και Μοραϊτης
κι ανάμεσα να στέκεται και να τους παραστέκει
η θλίψη τους θεόρατη.
Παραμονή της Παναγιάς
στα μάτια τους περάσανε ξωκλήσια, πανηγύρια
θέριεψε το ντέρτι τους
περδικού—κι αμάν αμάν…»
[…]
(Νοσοκομείο Μεταξά, μέρος δεύτερο, σελ. 19)

Κάποιες επαναλήψεις ιδεών και στίχων πλατειάζουν κάπως και, ίσως, μεγαλώνουν αναίτια μερικές ποιητικές συνθέσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται το μέρος IV της σύνθεσης «Νοσοκομείο Μεταξά» και το τρίτο μέρος της σύνθεσης «Η μετακόμιση», δύο, κατά τα άλλα, αξιόλογων ποιημάτων με ιδιαίτερες κορυφώσεις, όπως το μέρος IV της «μετακόμισης». Είναι εμφανές πως η Αργυροπούλου χρησιμοποιεί την επανάληψη είτε ως κατακλείδα/κάθαρση --ένα στοιχείο της μουσικής κατά το οποίο επαναλαμβάνεται το ρεφραίν στο κλείσιμο ενός τραγουδιού--, είτε ως τρόπο επισήμανσης κάποιας ιδέας-άξονα ενός ποιήματος. Παρόλα αυτά, μια μικρότερη ή αραιότερη επανάληψη ιδεών και στίχων σε σημεία ίσως δημιουργούσε μια περιεκτικότερη σύνθεση.
Αρκετές φορές, τα κείμενα προδίδουν μια έντονη επιρροή της ποιήτριας από τους Έλληνες ποιητές της 1ης μεταπολεμικής γενιάς, όπως στο ποίημα «Το αηδόνι» που φέρει κάτι από τη μελαγχολία του Λειβαδίτη αλλά και στο «Χρόνος ομιλίας», στο οποίο διαφαίνεται επιρροή της ποιήτριας από την Κική Δημουλά.
Ο μελαγχολικός τόνος που είναι παρών σε όλα τα κείμενα της συλλογής ντύνει την κεντρική ιδέα του ξεριζωμού με τρόπο ταιριαστό. Εξάλλου, η μελαγχολία, όπως και η ξενιτιά, είναι άρρηκτα δεμένη με την χώρα και τα ήθη μας: Η πλειοψηφία της ρεμπέτικης και της λαϊκής μας μουσικής, ακόμα κι ο εθνικός μας ύμνος, είναι γραμμένος σε μινόρε, μια καθαρά “μελαγχολική” σύνθεση. Έχοντας αυτό στο μυαλό, η συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου αποτελεί ένα αξιοπρόσεχτο μελαγχολικό χρονογράφημα --μπορούμε να μιλήσουμε για ποιητική ηθογραφία;--, ένα ξενιτεμένο διήγημα που αξίζει την προσοχή των αναγνωστών, ιδιαίτερα εκείνων που έχουν βιώσει το φαινόμενο της μετανάστευσης. 

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
[Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013]