Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Άνοιξη με ποίηση -- Θανάσης Χατζόπουλος, ηλ.περιοδικό "Ο Αναγνώστης"


Η "Ανθρωπογεωγραφία" τoυ ηλεκτρονικού περιοδικού "Ο Αναγνώστης" δημοσιεύει, στην τελευταία του ανάρτηση, ποιήματα του Σικελιανού, του Σεφέρη, του Γιώργος Χ. Θεοχάρης και του υποφαινόμενου (επιμέλεια: Θανάσης Χατζόπουλος).
Το να βρίσκεται το όνομά σου δίπλα σε τέτοιους ποιητές, επιβάλλει τουλάχιστον σεμνότητα --κι ευγνωμοσύνη. 
Ακολουθεί απόσπασμα της ανάρτησης. Πλήρες κείμενο εδώ: 
http://www.oanagnostis.gr/anixi-me-piisi/

ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
(1884-1951)


FUGA

Το χέρι στον σγουρόπλοκον αυχένα
κρατώντας, ή στο μελαψό της ώμο,
με τα μάτια στο πέλαο καρφωμένα,
του πόθου μου έδινα καινούριο δρόμο…
Κι αυτή γυρνούσε κάποτε το βλέμμα
το μαύρο και το υπάκουο προς εμένα,
σα να ’λεε: «Πώς σ’ ανοίγουν τα ρουθούνια
στην πνοή της πιθυμιάς και της αβύσσου,
κ’ εγώ, σαν άτι κάτου απ’ τα σπιρούνια,
παντού, παντού θα ’ρχόμουνα μαζί σου,
στη δύναμή σου δίπλα και τη γλύκα
και τον αέρα τρεμάμενη μυρίζει…
καθώς στο λόγκο μέσα η λαγωνίκα,
κάτου απ’ τα θάμνα ή πάνω από τα βάτα,
ή στ’ ορθό τ’ ανηφόρου μετερίζι,
ακλουθώντας σε τ’ άγριά μου τα νιάτα!»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
(1900-1971)


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ
            Ασινην τε… (Ιλιάδα)

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγωνιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα (άνω τελεία)
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε… Ασίνη ντε…»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι(άνω τελεία)
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις
καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί στην απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρο
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρεύμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μια πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαίτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε  Ασίνην τε…». Να ’ταν αυτή ο βασιλίας της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ
(1951)


ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ

Γεννήθηκε στον κάμπο. Δεν είχε δει ποτέ τη θάλασσα.
Σαν άκουγε στο ράδιο εκείνο το πικρό τραγούδι:
θάλασσα τους θαλασσινούς μη τους θαλασσοδέρνεις
την έπιαν’ ένα κλάμα μυστικό.
Κρυβόταν μεσ’ στο φόβο της,
έτσι όπως γλιστρούσε στο καραβόπανο της πολυθρόνας,
στον κινηματογράφο ΟΑΣΗ της γειτονιάς της,
μαθήτρια τα καλοκαίρια στο δημοτικό,
και σφιχτοσφάλιζε τα μάτια της για να μη βλέπει
το Γιώργο Φούντα, τον Ξανθόπουλο,
τ’ άλλα παιδιά στους δεύτερους και τρίτους ρόλους
των ναυτών και των απλών ψράδων
να πνίγονται στο μαγικό πανί,
όταν τα άγρια κύματα έφταναν ώς τα πόδια της
και μούσκεψαν τα άσπρα της καλτσάκια.

Γεννήθηκε στο λαβρωμένο κάμπο. Δεν ήξερε τη θάλασσα.

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
(1985)


ΦΡΟΝΗΣΗ

Ό,τι μας έδεσε, έδεσε μόνον χώμα
και μόλις καταλαγιάσει ο θάνατος
νέοι θα δαγκώσουμε το μήλο απ’ την αρχή.
Και θα τραγουδά για μας η γη
πως  χώμα αγάπησε το χώμα
και χώμα δεν θα αγαπήσει ποτέ ξανά τόσο πολύ.