Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Η δύναμη των άστεγων και των ρακοσυλλεκτών, ειδωμένη μέσα από το έργο του Τάσου Λειβαδίτη


Πόσο χρονών είναι, άραγε, οι άστεγοι κι οι ρακοσυλλέκτες; Η δική τους ζωή, μετρά διαφορετικά τον χρόνο, τις ημέρες, τις ώρες. Γι’ αυτούς, μιαν στιγμή τόσο απλή όσο ένα γεύμα μπορεί να κρύψει την ομορφιά μιας ζωής ολόκληρης.

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν τους απομείνει τίποτα, πέρα από μιαν απέραντη φαντασία και μια διαύγεια-αντίδωρο της αγαθότητας που τους οδήγησε σ’ αυτή την καθημερινότητα. Μια διαύγεια που επέρχεται μόνο σαν χαθεί κάθε ελπίδα, όταν δεν υπάρχει τίποτα να κρατηθεί κανείς κι έτσι, γίνεται ελεύθερος.
Μήτρα της δυστυχίας είναι το ανεκπλήρωτο: Ο πόθος για εκείνα που δεν έχουμε και, ταυτόχρονα, ο φόβος να μην χάσουμε όσα αποκτήσαμε. Είμαστε δυστυχισμένοι επειδή είμαστε προνομιούχοι, μα με προνόμια δανεικά, σ’ ένα κόσμο που διαρκώς αλλάζει. Μόνο μια βίαιη αποκοπή από το ανεκπλήρωτο μπορεί να δώσει στην ψυχή την ελευθερία που χρειάζεται για να αντιληφθεί την ομορφιά της.
Όμως, υπάρχουν άνθρωποι που δεν επέλεξαν συνειδητά μια τέτοια βίαιη αποκοπή από τα αγαθά. Αντίθετα, τους επιβλήθηκε. Γι’ αυτούς, η καθημερινότητα δεν υπήρξε ποτέ μια μοναστική επιλογή. Ακόμα περισσότερο, υποχρεώθηκαν να περιθωριοποιηθούν μες στην ίδια την κοινωνία που ζούσαν, καταδικασμένοι σε μια γωνιά να βλέπουν κάθε μέρα την ζωή να τους προσπερνά. Είναι εκείνοι που τα ‘χασαν όλα, που τίποτα δεν ελπίζουν κι έτσι, μέσα από την απώλεια, έγιναν άτρωτοι.

Οι ρακοσυλλέκτες, οι άστεγοι κι οι επαίτες απασχολούσαν συχνά τον Τάσο Λειβαδίτη. Συχνά, μέσω των στίχων του, ο ποιητής συντάσσεται μαζί τους, τους λυπάται και τους εξυμνεί, τους καταρρακώνει κι ύστερα τους ανδρώνει. Τους μεταμορφώνει στους μοναχικούς ήρωες μιας κοινωνίας που, στην προσπάθειά της να αποκτήσει, ξέχασε να ζήσει. «Έχουν δυο πυροβολισμούς στα μάτια τους απ’ την έκπληξη της ημέρας» γράφει ο ποιητής, αναδεικνύοντας το μέγεθος της ανακάλυψης ενός ρακοσυλλέκτη που, ρακένδυτος από ελπίδα, κατέχει πια την υπεράνθρωπη δύναμη να μπορεί να δει την ομορφιά κάθε στιγμής ως είναι, έξω από την πόλωση του ανεκπλήρωτου και των στόχων.
Ο Λειβαδίτης έβλεπε δύο είδη άστεγων και ρακοσυλλεκτών στην κοινωνία: Τους κυριολεκτικά ανήμπορους, οι οποίοι δεν έχουν μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους, και τους άστεγους συναισθηματικά, τους «ρακοσυλλέκτες» που μαζεύουν ψίχα-ψίχα συναισθήματα από συνανθρώπους προκειμένου να μην λιμοκτονήσουν, είτε από την μοναξιά, είτε από το παρελθόν που τους καταδιώκει. Τόσο τους αγάπησε ο ποιητής, που έχτισε ένα όνειρο και τους έχρισε μέσα βασιλιάδες, προφητεύοντας πως, κάποτε, οι άνθρωποι αυτοί θα σηκωθούν από τις στάχτες τους και, μαζί, θα σηκωθεί μια φωτιά ατόφια, ένας σκοπός που δεν έχει τίποτα να χάσει κι έτσι καθίσταται άτρωτος. Κι εδώ ο ποιητής δεν προφητεύει αληθινά, μα, καλύτερα, υπενθυμίζει την ίδια την ιστορία της ανθρωπότητας: Πως η επανάσταση, δηλαδή, φουντώνει πάντα από κάτω προς τα πάνω, σαν την φωτιά. Ο Λειβαδίτης κατάφερε να μεταφράσει αυτή την αλήθεια στο εκπληκτικό κοινωνικό του ποίημα «Ρακοσυλλέκτες»:

«Κάθομαι καμιά φορά και συλλογιέμαι τους ρακοσυλλέκτες, έρχονται πάντα από πολύ μακριά […], συνήθως φοράνε καπέλα δυσανάλογα με τους νεκρούς τους, έτσι χάνουν σιγά σιγά τις αναμνήσεις τους, είναι χαμερπείς και θλιμμένοι […] -- εγώ όμως τους λυπάμαι, γιατί μες στα γένια τους έχουν λίγα άχυρα απ’ αυτά που αμάρτησα παιδί, έχουν δυο πυροβολισμούς στα μάτια τους απ’ την έκπληξη της ημέρας και τα μαγειρεία που τρώνε σιωπηλοί βγάζουν καπνούς σε σχήματα αγχόνης
            Όπου θα κρεμάσουμε κάποτε όλους τους δημαγωγούς.»

(Ρακοσυλλέκτες, Εγχειρίδιο Ευθανασίας)

Μελετώντας την κατακλείδα του πεζο-ποιήματος, εύκολα παρατηρεί κανείς πως ο ποιητής ταυτίζεται με αυτές τις κοινωνικές ομάδες: «άχυρα απ’ αυτά που αμάρτησα παιδί» λέει ή, παρακάτω, τονίζει πως «θα κρεμάσουμε κάποτε όλους τους δημαγωγούς», αγκαλιάζοντας με τον πρώτο πληθυντικό του όλους τους άστεγους και τους επαίτες κι ενώνοντάς τους σε ένα μέλλον άσπιλο, ικανό να γκρεμίσει ολόκληρο το σύστημα.

Ενίοτε όμως ο ποιητής πραγματοποιεί ένα άλμα στη φιλοσοφία και εξηγεί πως είναι οι μοίρα όλων μας να είμαστε «άστεγοι», αν όχι κυριολεκτικά, τότε συναισθηματικά. Η δουλεία και η αέναη διεκδίκηση που επιβάλλει το σύγχρονο σύστημα οδηγεί όλο και περισσότερους αγαθούς ανθρώπους στη συναισθηματική καταστροφή, ειδικά εκείνους που αποδείχθηκαν ανίκανοι να σηκώσουν το βάρος των επιλογών που έπρεπε να πάρουν για να επιβιώσουν. Όσοι κίνησαν να πιάσουν τα αστέρια, αλλά η πραγματικότητα τους γκρέμισε απότομα. Πόσο όμορφα τους εξυμνεί και τους λυπάται ταυτόχρονα ο ποιητής:

«[…] Και κάποτε θα σας διηγηθώ για τη θεία Ρόζα που είχε μιαν άτυχη ιστορία ή μάλλον δεν είχε καμία ιστορία. Απλώς μια νύχτα στη βεράντα έκανε να πιάσει ένα άστρο που έπεφτε --και γκρεμίστηκε από τις σκάλες. Από τότε, στηριγμένη σε δεκανίκια, προχωράει και χάνεται σε κήπους φανταστικούς».

(Οι Σάλπιγγες της Αποκαλύψεως, Βιολέττες για μια Εποχή)

ή αλλού, στο ίδιο βιβλίο, όταν εξιστορεί μικρές ιστορίες άγνωστων ανθρώπων που λύγισαν, γράφοντας «στις γωνιές οι μέθυσοι με τις μπουκάλες στο στόμα σαν τις σάλπιγγες της Αποκαλύψεως..». Κι αυτή η Αποκάλυψη, σύμφωνα με τον Λειβαδίτη, ξεκινά από μικρή ηλικία, από τις πρώτες κιόλας εμπειρίες που αποκτούν οι άνθρωποι όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον κόσμο: «Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον», λέει ο ποιητής.

Μα ούτε ο ποιητής, ούτε οι άνθρωποί του παραδίνονται. Ενίοτε, επανέρχεται, βρίσκει ξανά την δύναμη και γράφει: «Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο – η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού μου καίει το σκοινί». Κι είναι αυτή η φωτιά που παρακινεί, κατά τον ποιητή, όλους τους ρακοσυλλέκτες του κόσμου ν’ αδελφοποιηθούν, να ανέλθουν και, μέσω της πτώσης τους, να διεκδικήσουν όλα αυτά που οι υπόλοιποι συμπολίτες τους δεν δύνανται να χρεώσουν στην καθημερινότητά τους:

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος

[Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Επίπεδο", Απρίλιος 2014]